ΧΡΙΣΤΟΣ - ΑΠΟΛΛΩΝ


Μια γιορτινή καντάτα για την Όγδοη Ημέρα της Δημιουργίας και την υπόσχεση της Ένατης
Ray Bradbury
(απόπειρα μετάφρασης: Θ.Α. - Μετά την μετάφραση ακολουθεί το πρωτότυπο κείμενο)


Μια φωνή μίλησε στο σκοτάδι,
Και εγένετο φως.
Και καλεσμένα από το Φως που έπεφτε στη Γη
Τα πλάσματα κολύμπησαν
Κινήθηκαν προς τη στεριά
Και έζησαν στην ερημιά του κήπου
Όλα αυτά, τα γνωρίζουμε.
Οι Επτά Ημέρες  είναι γραμμένες στο αίμα μας
Με Πύρινο χέρι.
Και τώρα εμείς, τα παιδιά των επτά αιωνίων ημερών
Κληρονόμοι αυτής, της όγδοης ημέρας του Θεού,
Της μακράς  Όγδοης Ημέρας του Ανθρώπου,
Στεκόμαστε όρθιοι, στους καιρούς  του Χρόνου
Και στο χιόνι που πέφτει
Κι ακούμε τα πουλιά του πρωινού
Και τα ανυπόμονα φτεροκοπήματα τους
Και κοιτάζουμε τ’ αστέρια που μας καλούν με νεύματα,
Κι έχουμε τόσο ανάγκη τη φωτιά τους.
Σε αυτόν τον καιρό των Χριστουγέννων,
Γιορτάζουμε την Όγδοη Ημέρα του Ανθρώπου,
Η Όγδοη Ημέρα του Θεού,
Δύο δισεκατομμύρια ατέλειωτα χρόνια
Από την πρώτη ανατολή του ηλίου στη Γη
Μέχρι την τελευταία ανατολή του Πηγαιμού μας.
Και την Ένατη Ημέρα της Ιστορίας του Θεού
Και η σάρκα του Θεού που η ίδια ονομάστηκε Άνθρωπος
Θα αναλωθεί πάνω σε φτερά φωτιάς
Ο ήλιος και οι μακρινές φωτιές των άστρων θα την διεκδικήσουν.
Και η ανατολή του ηλίου της Ένατης Μέρας
Θα μας βγάλει στο φως και στην άγρια εικασία
Σε μια ακόμη πιο μακρινή ακτή.
Αναζητούμε νέους Κήπους για να γνωρίσουμε τους εαυτούς μας.
Ψάχνουμε νέες Ερήμους,
Και φεύγουμε περιπλανώμενοι, αναζητώντας.
Οι αποστολές Apollo προχωρούν, ψάχνοντας το Χριστό,
Κι αναρωτιόμαστε καθώς κοιτάζουμε στα αστέρια
Τα ήξερε Αυτός όλα αυτά;
Σε κάποια μακρινά βάθη του Σύμπαντος
Περπάτησε στο Διάστημα
Και επισκέφτηκε κόσμους πέρα από τα ζεστά σαν αίμα όνειρα μας;
Κατέβηκε σε κάποια μοναχική ακτή
Ίδια με την Γαλιλαία
Και υπήρχαν Φάτνες σε μακρινούς κόσμους  που γνώρισαν το φως του;
Και Παρθένες;
Και γλυκές αναγγελίες;
Κι Ευαγγελισμοί; Κι επισκέψεις αγγελικών ταγμάτων;
Και σαν ένα δονούμενο, απέραντο φως ανάμεσα σε δέκα δισεκατομμύρια φώτα,
Υπήρξε κάποιο Αστέρι που έμοιαζε πολύ με το αστέρι στη Βηθλεέμ
Που γέμισε την όραση με δέος και αποκάλυψη
Μία κρύα και παράξενη αυγή;
Σε κόσμους μακρινούς και χαμένους
Συγκεντρώθηκαν την αυγή Σοφοί
Μέσα στα χνώτα των Ζώων
Σ’ έναν αχυρώνα που τώρα είναι Ιερό
Για να δουν ένα Παιδί πιο παράξενο από τα δικά μας;
Πόσα αστέρια της Βηθλεέμ φώτισαν
Πέρα από του Ωρίωνα ή του Κενταύρου το εκτυφλωτικό τόξο;
Πόσα θαύματα αθώων γεννήσεων
Έχουν ευλογήσει αυτούς τους κόσμους;
Τρέμει άραγε ακόμη εκεί ο Ηρώδης
Ένα φοβισμένο αντίγραφο του δικού μας σκοτεινού και δολοφόνου βασιλιά;
Στέλνει άραγε ακόμη αυτός ο τρελός φύλακας ενός αφάνταστου βασιλείου
Ξένους στρατιώτες
Για να σφάξουν τους Αθώους
Σε εδάφη  πέρα από το Νεφέλωμα του Αλόγου;
Έτσι πρέπει να είναι.
Γιατί σ’ αυτήν την περίοδο των Χριστουγέννων
Στην μακριά αυτή Ημέρα που τελειώνει στην Όγδοη,
Βλέπουμε το φως, γνωρίζουμε το σκοτάδι·
Και τα πλάσματα σηκώνονται, γεννιούνται, κι ωθούνται ελεύθερα από τη βαριά νύχτα
Δεν έχει σημασία ποιος είναι ο κόσμος ή ο χρόνος ή η περίσταση
Πρέπει να αγαπούν το φως,
Έτσι, τα παιδιά όλων των χαμένων αναρίθμητων ήλιων
Πρέπει να φοβούνται το σκοτάδι
Που μαζεύεται στις σκιές του αέρα.
Και γεμίζει το αίμα.
Δεν έχει σημασία ποιο είναι το χρώμα, το σχήμα ή το μέγεθος
Όντων με ψυχές σαν κάρβουνο καυτές
Στα μακριά μεσάνυχτα,
Πρέπει να έχουν ανάγκη τη σωτηρία τους.
Έτσι, σε μακρινούς κόσμους στο χιόνι που πέφτει τόσο βαθύ και καθαρό
Φανταστείτε πως ο κύκλος του χρόνου κάποιου σκοτεινού έτους
Μπορεί να γιορτάζεται με τη γέννηση ενός θαυμαστού παιδιού!
Ενός παιδιού?
Γεννημένου μέσα στα μυστήρια των σπειρών της Ανδρομέδας;
Μετρήστε τα χέρια του, τα δάχτυλά του,
Τα μάτια του και τα πιο απίστευτα ιερά άκρα του!
Πόσα είναι;
Δεν έχει σημασία. Σταματήστε.
Αφήστε το παιδί να είναι από γαλάζια φωτιά, όπως το νερό κάτω από το φεγγάρι.
Αφήστε το παιδί να κυνηγά ελεύθερο σε παλίρροιες με ανθρωπόμορφα ψάρια.
Ας έχει στο αίμα του μελάνι χταποδιού
Κι ας ποτίζει το δέρμα του η όξινη βροχή
Που πέφτει μέσα σε μια εφιαλτική καταιγίδα καθαρτήριας φωτιάς.
Ο Χριστός περιπλανιέται στο Σύμπαν
Με σάρκα  από άστρα,
Παίρνει σχήματα πλασμάτων
Ώστε να ταιριάξει και στα πιο λεπτά στοιχεία,
Ντύνεται με δέρμα πέρα από τη γνώση μας.
Εκεί περπατά, γλιστράει, πετάει, σέρνεται στην παραδοξότητα.
Εδώ Περπατά ανάμεσα σε Ανθρώπους.
Ανάμεσα σε δέκα τρισεκατομμύρια ακτίνες
Έχουν γραφτεί ένα εκατομμύριο Βιβλικοί πάπυροι
Με γραφές ιερογλυφικές, σ’ όλα τα πλάτη του Θεού·
Σε πολυπληθή αλφάβητα
Γλώσσες που δεν είναι γλώσσες
Αναστενάζουν, ψιθυρίζουν, θαυμάζουν, κλαίνε:
Καθώς ο Χριστός αποκαλύπτεται μέσα από ένα κατακόκκινο ουρανό.
Περπατά πάνω στα μόρια των θαλασσών
Βράστε κρέας
Τρελό ζωμό και εκχυλίσματα και αφήστε τη μαγιά να φουσκώσει.
Εκεί ο Χριστός είναι γνωστός με πολλά ονόματα.
Εδώ τον αποκαλούμε έτσι.
Εκεί τον αποκαλούν αλλιώς.
Το όνομά του σε οποιαδήποτε στόμα θα είναι μια γλυκιά αίσθηση.
Έρχεται με δώρα για όλους,
Εδώ: κρασί και ψωμί.
Εκεί: άγνωστα τρόφιμα
Στο πρωινό, όπου σκόνη πέφτει από τα αστέρια
Και ο Μυστικός Δείπνος είναι γεμάτος με την ουσία των ονείρων.
Έτσι κάθονται αυτοί εκεί στην εποχή πριν τη σταύρωση του Ανθρώπου.
Εδώ είναι από καιρό νεκρός.
Εκεί δεν έχει ακόμα πεθάνει.
Ωστόσο, όλα είναι αμφίβολα,
Ο άνθρωπος πάνω στη γη, τρομαγμένος, ψάχνει συνεχώς
Και ντύνει τον εαυτό του με ατσάλι
Και δανείζεται τη φωτιά
Και θαυμάζει τον εαυτό του μέσα στο μεγάλο Κενό.
Ο άνθρωπος φτιάχνει πυραύλους
Και πηδά πάνω σε αστραπές
Σε ταπεινές εξόδους
Και με δικαιολογημένη έπαρση.
Φοβούμενος ότι όλοι οι άλλοι κοιμούνται,
Ότι δέκα δισεκατομμύρια κόσμων ακόμα κοιμούνται,
Εμείς, ευγνώμονες για το δώρο και το αγαθό της ζωής,
Πηγαίνουμε να προσφέρουμε ψωμί και κρασί·
Το Αίμα και τη Σάρκα Του θα προσφέρουμε
Σε άλλα άστρα και κόσμους γύρω από αυτά τα άστρα.
Μεταφέρουμε ιερή σάρκα
Σε ξένες επισκέψεις,
Στέλνοντας εμπρός μας αγγελικά τάγματα,
Σε μακρινούς κόσμους
Για να τους πούμε ότι περπατήσαμε στα νερά του Βαθέως Διαστήματος,
Αφίξεις, γρήγορες αναχωρήσεις
Του πιο θαυμαστού ανθρώπου
Που ο Θεός βρίσκεται σε κάθε κύτταρό του
Κι η καρδιά του χτυπά με Άγιο Αίμα
Που περπατά στην παλίρροια
Και στην ακτή της θάλασσας του Σύμπαντος,
Ένα θαύμα των ψαριών
Γινόμαστε πατεράδες, συναθροιζόμαστε, χτίζουμε και σκορπάμε
Μέταλλα στους ανέμους
Που κυκλώνουν τη Γη και περιπλανώνται στη Νύχτα πέρα απ’ όλες τις Νύχτες.
Αιωρούμαστε, αρχάγγελοι, απρόσβλητοι από τη φωτιά
Σ’ έναν απέραντο καθεδρικό, σε μιαν αέρινη αψίδα, σ’ έναν άυλο θόλο
Των αστερισμών που μας τυφλώνουν με το φως τους.
Ο Χριστός δεν είναι νεκρός
Ούτε ο Θεός κοιμάται
Ενώ ξυπνά τον άνθρωπο
Ο Θεός βαδίζει στο Βάθος
Για να μας γεννήσει εκ νέου
Και η αγάπη αναγεννιέται
Από τον φόβο της μακροχρόνιας απομάκρυνσης
Στην παλιά πια Γη.
Μια συγκομιδή, ρίχνουμε το σπόρο για το νέο θερισμό.
Έτσι τελειώνει ο Θάνατος
Και η Νύχτα,
Και η διάλυση του Χρόνου,
Και το ανόητο κλάμα.
Ψάχνουμε για φάτνες στην Πλειάδες
Όπου ο άνθρωπος  μπορεί να εναποθέσει
το περιπλανώμενο μωρό με σάρκα Θεού
Που κάποτε προσέλκυσε γύρω του και λάτρεψε την αθωότητα.
Νέα Φάτνες περιμένουν!
Νέοι Σοφοί Διακρίνουν
Αυτούς που φιλοξενούν τις μηχανές
Που γράφουν αθάνατη ζωή
Και υπογράφουν Θεός!
Κάτω, κάτω από Ξένους ουρανούς.
Πετούν και παρέρχονται, επιστρέφουν και ξαπλώνουν ασφαλείς για να κοιμηθούν
Κάποια βαθιά χειμωνιάτικα πρωινά
Δέκα δισεκατομμύρια έτη φωτός
Από εδώ πού βρισκόμαστε μαζί τώρα και να τραγουδάμε,
Θα υπάρξει χρόνος για να αναπέμψουν αιώνιες ευχαριστίες
Χρόνος για να γνωρίσουν και να δουν και να αγαπήσουν το Δώρο της ίδιας της Ζωής,
Που πάντα ελαττώνεται,
Και πάντα αποκαθίσταται
Από το ένα χέρι στο άλλο
Του Κυρίου.
Και μετά ξυπνούμε σ’ αυτόν τον χαμένο
Εφιάλτη φυλαγμένο απ’ το Θηρίο
Και βλέπουμε το αστέρι μας να ξαναγιορτάζεται στην Ανατολή
Πέρα από όλες τις Ανατολές.
Πέρα από μια χιονοστιβάδα που πέφτει από τα αστέρια.
Σε αυτήν την περίοδο των Χριστουγέννων
Σκεφτείτε εκείνη την Αυγή του μέλλοντος!
Γι 'αυτό αφήστε όλους τους φόβους σας, τις κραυγές σας,
Τα δάκρυά σας, το αίμα και οι προσευχές σας να χυθούν!
Μουδιασμένοι κι άγριοι μια μέρα
Θα αναγεννηθείτε
Και θ’ ακούσετε ήχο από τρομπέτες να ξεσπά καθώς ο αέρας θα τρέμει από τους πυραύλους
Όλα ταπεινά, όλα απογυμνωμένα
Από την περηφάνια, αλλά απελευθερωμένα από την απελπισία.
Ακούστε τώρα! Ακούστε προσεκτικά!
Είναι η πρωία της Ένατης Ημέρας!
Χριστός Ανέστη!
Ο Θεός επιβιώνει!
Συγκεντρώσου, Σύμπαν!
Κοιτάξτε, εσείς αστέρια!
Στις θριαμβεύουσες  χώρες του Διαστήματος
Σε ένα απρόσμενο απλό βοσκοτόπι
Πολύ πέρα από την Ανδρομέδα!
Ω, Δόξα, Δόξα, τα Νέα Χριστούγεννα
Αναδύθηκαν μέσα από το σχίσμα
Του τόνου και του χείλους του θανάτου,
Αρπαγμένα από την τεράστια λαβή του,
Τα δόντια του, την πιο κρύα ανάσα του!
Κάτω από τον πιο παράξενο ήλιο
Ω Χριστέ, ω Θεέ,
Ω άνθρωπε που επιβιώνεις στις πιο απίστευτες συνθήκες,
Είσαι ο Σωτήρας του Σωτήρα,
Παλμός του Θεού και σύντροφος καρδιάς,
Εσύ! Που αίρει
Ψηλά για να σε καθαγιάσει·
Η βαθιά Του ανάγκη να γνωρίσει και να αγγίξει και να κλάψει με λυγμούς
Εντός Του.
Σε αυτήν την περίοδο των Χριστουγέννων
Προετοιμαστείτε
Σε αυτό το ιερό χρόνο
Γνωρίστε τον πιο σπάνιο εαυτό σας!
Πέρα από τη μεγάλη Άβυσσο
Δείτε τους Σοφούς άντρες
Που μαζεύονται με τα δώρα τους
Που είναι η ίδια η Ζωή!
Και η Ζωή δεν γνωρίζει τέλος.
Ιδού λοιπόν οι ρουκέτες, κάτι περισσότερο από άχυρο, στον αέρα,
Όλα σπόρος που κρατά μέσα του ένα ιερό σπόρο
Και τον σπέρνει παντού μέσα στο άνοο Σκοτάδι.
Σε αυτήν την περίοδο των Χριστουγέννων
Αυτή η ιερή ώρα των Χριστουγέννων,
Όπως και εκείνος, είσαι γιος του Θεού!
Ένας γιος; Πολλοί;
Όλοι έχουν συγκεντρωθεί τώρα σε Έναν
Και θα ξυπνήσει λικνισμένος από την σαν καλοκαίρι ανάσα του ζώου
Που ζεσταίνει το κοιμισμένο παιδί στην αιώνια ζωή.
Πρέπει να πάτε εκεί.
Στο μακρύ χειμώνα του Διαστήματος
Και να ξαπλώσετε με ευγνώμονα αθωότητα
Κι επιτέλους να κοιμηθείτε.
Ω Νέα Χριστούγεννα,
Ω Θεέ, πανεπόπτη.
Ω Χριστέ των πολλών σαρκών που έγιναν μία,
Αφήστε τη Γη!
Ο ίδιος ο Θεός φωνάζει.
Πηγαίνει για να προετοιμάσει τον δρόμο
Για την αναγέννηση σας
Σε μια νέα ώρα των Χριστουγέννων,
Μια ιερή ώρα των Χριστουγέννων,
Αυτή τη Νέα Ώρα των Χριστουγέννων,
Θα μείνετε άπραγοι σε όλα αυτά;
Όχι, Άνθρωπε. Δεν πρέπει να αργοπορείς, να αναρωτιέσαι.
Όχι, Χριστέ. Δεν πρέπει να σταματήσεις.
Τώρα.
Τώρα.
Είναι η ώρα να Φύγεις Μακριά.
Σήκω, και φύγε.
Αναγεννήσου. Αναγεννήσου.
Καλωσόρισε το πρωί της Ένατης Ημέρας.
Είναι η εποχή της Αναχώρησης.
Δοξάστε το Θεό για αυτό τον Ευαγγελισμό!
Αινείτε Αυτόν,
Χαρείτε!
Για την ώρα των Χριστουγέννων
Και την Ένατη Ημέρα,

Που είναι η Παντοτινή Γιορτή!

-------------------------------------------------------------

christus apollo 
by Ray Bradbury 

cantata celebrating the eighth day of creation and the promise of the ninth 


A Voice spoke in the dark, 
And there was Light. 
And summoned up by Light upon the Earth 
The creatures swam 
And moved unto the land 
And lived in garden wilderness; 
All this, we know. 
The Seven Days are written in our blood 
With hand of Fire. 
And now we children of the seven eternal days 
Inheritors of this, the Eighth Day of God, 
The long Eighth Day of Man, 
Stand upright in a weather of Time 
In downfell snow 
And hear the birds of morning 
And much want wings 
And look upon the beckonings of stars, 
And need their fire. 
In this time of Christmas, 
We celebrate the Eighth Day of Man, 
The Eighth Day of God, 
Two billion years unending 
From the first sunrise on Earth 
To the last sunrise at our Going Away. 
And the Ninth Day of the History of God 
And the flesh of God which names itself Man 
Will be spent on wings of fire 
Claimed from sun and far burnings of sun starlight. 
And the Ninth Day’s sunrise 
Will show us forth in light and wild surmise 
Upon an even further shore. 
We seek new Gardens there to know ourselves. 
We seek new Wilderness, 
And send us forth in wandering search. 
Apollo’s missions move, and Christus seek, 
And wonder as we look among the stars 
Did He know these? 
In some far universal Deep 
Did He tread Space 
And visit worlds beyond our blood-warm dreaming? 
Did He come down on lonely shore by sea 
Not unlike Galilee 
And are there Mangers on far worlds that knew His light? 
And Virgins? 
Sweet Pronouncements? 
Annunciations? Visitations from angelic hosts? 
And, shivering vast light among ten billion lights, 
Was there some Star much like the star at Bethlehem 
That struck the sight with awe and revelation 
Upon a cold and most strange morn? 
On worlds gone wandering and lost from this 
Did Wise Men gather in the dawn 
In cloudy steams of Beast 
Within a place of straw now quickened to a Shrine 
To look upon a stranger Child than ours? 
How many stars of Bethlehem burnt bright 
Beyond Orion or Centauri’s blinding arc? 
How many miracles of birth all innocent 
Have blessed those worlds? 
Does Herod tremble there 
In dread facsimile of our dark and murderous King? 
Does that mad keeper of an unimaginable realm 
Send stranger soldiers forth 
To slaughter down the Innocents 
Of lands beyond the Horsehead Nebula? 
It must be so. 
For in this time of Christmas 
In the long Day totalling up to Eight, 
We see the light, we know the dark; 
And creatures lifted, born, thrust free of so much night 
No matter what the world or time or circumstance 
Must love the light, 
So, children of all lost unnumbered suns 
Must fear the dark 
Which mingles in a shadowing-forth on air. 
And swarms the blood. 
No matter what the color, shape, or size 
Of beings who keep souls like breathing coals 
In long midnights, 
They must need saving of themselves. 
So on far worlds in snowfalls deep and clear 
Imagine how the rounding out of some dark year 
Might celebrate with birthing one miraculous child! 
A child? 
Born in Andromeda’s out-swept mysteries? 
Then count its hands, its fingers, 
Eyes, and most incredible holy limbs! 
The sum of each? 
No matter. Cease. 
Let Child be fire as blue as water under Moon. 
Let Child sport free in tides with human-seeming fish. 
Let ink of octopi inhabit blood 
Let skin take acid rains of chemistry 
All falling down in nightmare storms of cleansing burn. 
Christ wanders in the Universe 
A flesh of stars, 
He takes on creature shapes 
To suit the mildest elements, 
He dresses him in flesh beyond our ken. 
There He walks, glides, flies, shambling of strangeness. 
Here He walks Men. 
Among the ten trillion beams 
A billion Bible scrolls are scored 
In hieroglyphs among God’s amplitudes of worlds; 
In alphabet multitudinous 
Tongues which are not quite tongues 
Sigh, sibilate, wonder, cry: 
As Christ comes manifest from a thunder-crimsoned sky. 
He walks upon the molecules of seas 
All boiling stews of beast 
All maddened broth and brew and rising up of yeast. 
There Christ by many names is known. 
We call him thus. 
They call him otherwise. 
His name on any mouth would be a sweet surprise. 
He comes with gifts for all, 
Here: wine and bread. 
There: nameless foods 
At breakfasts where the morsels fall from stars 
And Last Suppers are doled forth with stuff of dreams. 
So sit they there in times before the Man is crucified. 
Here He has long been dead. 
There He has not yet died. 
Yet, still unsure, and all being doubt, 
Much frightened man on Earth does cast about 
And clothe himself in steel 
And borrow fire 
And himself in the great glass of the careless Void admire. 
Man builds him rockets 
And on thunder strides 
In humble goings-forth 
And most understandable prides. 
Fearing that all else slumbers, 
That ten billion worlds lie still, 
We, grateful for the Prize and benefit of life, 
Go to offer bread and harvest wine; 
The blood and flesh of Him we Will 
To other stars and worlds about those stars. 
We cargo holy flesh 
On stranger visitations, 
Send forth angelic hosts, 
To farflung worlds 
To tell our walking on the waters of deep Space, 
Arrivals, swift departures 
Of most miraculous man 
Who, God fuse-locked in every cell 
Beats holy blood 
And treads the tidal flood 
And ocean shore of Universe, 
A miracle of fish 
We father, gather, build and strew 
In metals to the winds 
That circle Earth and wander Night beyond all Nights. 
We soar, all arch-angelic, fire-sustained 
In vast cathedral, aery apse, in domeless vault 
Of constellations all blind dazzlement. 
Christ is not dead 
Nor does God sleep 
While waking Man 
Goes striding on the Deep 
To birth ourselves anew 
And love rebirth 
From fear of straying long 
On outworn Earth. 
One harvest in, we broadcast seed for further reaping. 
Thus ending Death 
And Night, 
And Time’s demise, 
And senseless weeping. 
We seek for mangers in the Pleides 
Where man the god-fleshed wandering babe 
May lay him down with such as these 
Who once drew round and worshipped innocence. 
New Mangers lie waiting! 
New Wise men Descry 
Our hosts of machineries 
Which write immortal life 
And sign it God! 
Down, down Alien skies. 
And flown and gone, arrived and bedded safe to sleep 
Upon some winters morning deep 
Ten billion years of light 
From where we stand us now and sing, 
There will be time to cry eternal gratitudes 
Time to know and see and love the Gift of Life itself, 
Always diminished, 
Always restored, 
Out of one hand and into the other 
Of the Lord. 
Then wake we in that far lost 
Nightmare keep of Beast 
And see our star recelebrated in an East 
Beyond all Easts. 
Beyond a snowdrift sifting down of stars. 
In this time of Christmas 
Think on that Morn ahead! 
For this let all your fears, your cries, 
Your tears, your blood and prayers be shed! 
All numb and wild one day 
You shall be reborn 
And hear the Trump break forth from rocket-trembled air 
All humbled, all shorn 
Of pride, but free of despair. 
Now listen! Now hear! 
It is the Ninth Day’s morn! 
Christ is risen! 
God survives! 
Gather, Universe! 
Look, ye stars! 
In the exultant countries of Space 
In a sudden simple pasture 
Far beyond Andromeda! 
O Glory, Glory, a New Christmas 
Torn 
From the very pitch and rim of Death, 
Snatched from his universal grip, 
His teeth, his most cold breath! 
Under a most strange sun 
O Christ, O God, 
O man breathed out of most incredible stuffs, 
You are the Savior’s Savior, 
God’s pulse and heart-companion, 
You! The Host He lifts 
On high to consecrate; 
His dear need to know and touch and cry wonders 
At Himself. 
In this time of Christmas 
Prepare 
In this holy time 
Know yourself most rare! 
Beyond the vast Abyss 
See those men grown Wise 
Who gather with their gifts 
Which are but Life! 
And Life that knows no end. 
Behold the rockets, more than chaff, on air, 
All seed that save a holy seed 
And cast it everywhere in mindless Dark. 
In this time of Christmas 
This holy time of Christmas, 
Like Him, you are God’s son! 
One Son? Many? 
All are gathered now to One 
And will wake cradled in Beast-summer breath 
That warms the sleeping child to life eternal. 
You must go there. 
In the long winter of Space 
And lie you down in grateful innocence 
At last to sleep. 
O New Christmas, 
O God, far-motioning. 
O Christ-of-many-fleshed made one, 
Leave Earth! 
God Himself cries out. 
He Goes to Prepare the Way 
For your rebirth 
In a new time of Christmas, 
A holy time of Christmas, 
This New Time of Christmas, 
From all this stay? 
No, Man. You must not linger, wonder. 
No, Christ. You must not pause. 
Now. 
Now. 
It is the Time of Going Away. 
Arise, and go. 
Be born. Be born. 
Welcome the morning of the Ninth Day. 
It is the Time of Going away. 
Praise God for this Annunciation! 
Give praise, 
Rejoice! 
For the time of Christmas 
And the Ninth Day, 
Which is Forever’s Celebration! 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Είναι και κάποιοι από εμάς...

ΤΟ ΜΗΛΟ ΩΣ ΣΥΜΒΟΛΟ ΣΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Ω ματαιοδοξία...